ρένα

Αρχίναγα και εγώ λοιπόν απ’το πρωί να μαγειρεύω, με όλα τα πορτοπαράθυρα του σπιτιού ανοιχτά, κι ως το μεσημέρι ο δρόμος όλος μοσχοβολούσε απ’ τα φαγιά μου, κι όσοι ανέβαιναν περί το πονηρό είχαν έξον απ’ το γαμήσι και μεζέ κερασμένο να γλείφουν τα δάχτυλα τους  -λεφτά δεν μπορούσα να τους πάρω για το φαΐ· θα με βάζανε μέσα που δεν είχα άδεια και θα πλάκωνε και το υγειονομικό να ψεκάσει την κουζίνα μη τυχόν ταΐζω τον κοσμάκη τηγανητή μουνόψειρα- κι εκείνοι μου αφήνανε και κάτι παραπάνω φεύγοντας.

Share

Post a comment